Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

ΠΕΜΠΤΗ 3/6



THE IRON-MAN
"Το Tetsuo είναι μια απίστευτη ταινία από έναν πραγματικό σκηνοθέτη. Όλα τα δάκρυα, όλος ο πόνος, όλα τα τραγούδια στην ταινία αυτή αποτελούν ένα ποίημα"
Alexandro Jodorowsky

          Σε μία κουρασμένη κινηματογραφική βιομηχανία του τέλους της δεκαετίας του 80,μια απίθανη ιστορία ανθρώπινης μετάλλαξης σε ένα παγωμένο Τόκιο, ανατρέπει το σκηνικό.
          Το προσωπικό ταξίδι του πρωταγωνιστή, τοποθετείται απροσδιόριστα σε μία διάσταση που κλείνεται ανάμεσα στις αναμνήσεις και στα όνειρα, στην πραγματικότητα και στη φαντασία, στο παρελθόν και στο μέλλον, στα παιδικά τραύματα και στα ανώμαλα απωθημένα. Τα αντικείμενα του πόθου μετατρέπονται σε όπλα ανεξέλεγκτου ακρωτηριασμού της ανθρώπινης ταυτότητας, το μέταλλο καταλαμβάνει τη θέση της ολοένα και περισσότερο καταπιεσμένης εξερεύνησης της βαθύτερης επιθυμίας για σαρκική ικανοποίηση, και μια τηλεόραση εξιστορεί τα σκοτεινά περάσματα του μυαλού από το υπαρκτό στο συμβολικό και αντίστροφα.
          Οι αισθήσεις πνίγονται στην αδρεναλίνη μιας συναισθηματικής πάλης μεταξύ της ανθρωπότητας και της επιστήμης, και ο χρόνος μετρά υπέρ της καταδίωξης μιας υγιούς ακεραιότητας από καθετί σκουριασμένο και σαπισμένο. Στην αναμέτρηση αυτή τα πρόσωπα και τα πράγματα μπλέκουν αδιάκοπα όλους τους θεματικούς άξονες που διαπερνούν το μάτι μέχρι τα μισά της ταινίας, και ο ποιητικός σουρεαλισμός των καταληκτικών εικόνων, ανάγει τη βιομηχανική υποταγή του ανθρώπου, σε σύμβολο κάθε αρρώστιας, προκατάληψης, αδυναμίας, καταπιεσμένου απωθημένου, που έχει τη δύναμη να καταστρέψει το άτομο ή τον κόσμο ολόκληρο.
          Το φιλμ ξεκινά με ένα χαρακτήρα (τον υποδύεται ο ίδιος ο Tsukamoto) που μπήγει ένα κομμάτι σκουριασμένου σωλήνα στο πόδι του.  Σε λίγο βλέπει δεκάδες ζωύφια πάνω στην πληγή, δένει το τραύμα και αρχίζει να τρέχει σε κατάσταση αμόκ στους δρόμους ουρλιάζοντας. Ένα αυτοκίνητο που οδηγεί ένας καθημερινός Ιάπωνας εργαζόμενος (Tomoroh Taguchi) -που ερωτοτροπεί με την φίλη του- δεν τον προσέχει και πέφτει πάνω του τραυματίζοντάς τον. Έπειτα από το δυστύχημα οι ζωές των δυο αντρών σφραγίζονται, η μοίρα τους είναι πλέον κοινή. Ένα πρωί καθώς ξυρίζεται ο Taguchi στο μάγουλο του εμφανίζεται ένα σύρμα και ενώ προσπαθεί να το βγάλει αιμορραγεί. Η συγχώνευση ανθρώπου και μετάλλου έχει ξεκινήσει, ακολουθούν  αλλοπρόσαλλα εφιαλτικά οράματα, ενώ οι πρωταγωνιστές αρχίζουν να βγάζουν διάφορα μεταλλικά εξογκώματα από τα σώματα τους, χρησιμοποιούν τηλεπάθεια και μάχονται μεταξύ τους. Στο τέλος ενώνονται σε ένα κράμα σάρκας και μετάλλου -στη μορφή ενός τεράστιου φαλλού- και ξεκινούν την αποστολή τους να κάνουν μεταλλικό και να καταστρέψουν ολόκληρο τον κόσμο.
          Ο Shinya Tsukamoto γράφει, σκηνοθετεί, φωτογραφίζει, πρωταγωνιστεί και μοντάρει ένα από τα σημαντικότερα cyberpunk αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου, που έχει τη δύναμη να σοκάρει, να συγκινεί, και να προβληματίζει, με τη σχιζοφρένεια των εικόνων, με την παράνοια των χαρακτήρων, με το σπινταριστό μοντάζ, με την εκκωφαντικά σκουριασμένη μεταλλική μουσική, και τη χρήση μερικών από τις πιο συγκλονιστικές stop-motion ακολουθίες που έχουν γυριστεί ποτέ. Με το Testuo – The Iron Man, κατακτά αυτόματα ένα απόλυτο cult status (που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα) και την αναγνώριση του ως αυθεντικού δημιουργού. Το low budget υπερκινητικό ντελίριο του Testuo, κατακτά αμέσως το κοινό παγκοσμίως.
          Ήδη η τεχνική stop motion, η οποία επίσης χρησιμοποιείται για το Koyaanisqatsi, εδώ στο Tetsuo εξυπηρετεί άψογα αυτόν τον συγκαλυμμένο από τη βία “ρομαντισμό” που αγγίζει τα όρια του μηδενισμού. Φυσικά ο Tsukamoto δεν κάνει φιλοσοφία, αλλά τέχνη. Ο παρ' ολίγον μηδενισμός ξεπερνιέται από την ίδια την κίνηση του καλλιτεχνικού έργου η οποία εξωθεί προς τα μπρος την σκέψη. Όπως κάθε μοντέρνο έργο έτσι και το Tetsuo δεν προσπαθεί να περιγράψει τη “φύση” αλλά να τη διαλύσει, να την αποσυνθέσει και να της δώσει το νόημα που επιθυμεί και κατανοεί, χρησιμοποιώντας την [εκμεταλλεύοντάς την]. Το frame by frame είναι μια τεχνική που ως τέτοια αντιτίθεται στη φύση -στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο και συνεπώς τον αντιλαμβανόμαστε. Και όπως η ροή-κίνηση βγαίνει μέσα από την πληθώρα ακίνητων εικόνων έτσι και ο στοχασμός -και κυρίως ο αισθητικός στοχασμός- πηγάζει από τη b' κουλτούρα την οποία ο δημιουργός εντυπωσιακά κατέχει. Αξιοπρόσεχτες οι σκηνές κυνηγητού-μάχης των δύο “τεράτων” [εκτελεσμένες με stop motion] που θα μπορούσαν να είναι βγαλμένες από το Japanese tokusatsu Super Sentai Series το οποίο [1975] οχτώ περίπου χρόνια αργότερα θα οικειοποιηθεί η Αμερική στο προσαρμοσμένο "Western" "Power Rangers". Tokusatsu σημαίνει special effects και για τους Ιάπωνες είναι μια "αυθεντική εξέλιξη" της σκέψης τους στον μεταπολεμικό κόσμο, όπου ηττημένοι και ταπεινωμένοι βρέθηκαν ενώπιον ενός νέου αυτοπροσδιορισμού. Κάτι που ποτέ τους δεν κατανόησαν -κι ούτε πρόκειται- οι Αμερικανοί. Το Tetsuo πέρα από cult movie είναι και μια δραματική εξιστόρηση του Ιαπωνικού λαού, αυτού που πλέον δεν μπορεί να νοσταλγεί την ξεχωριστή του ταυτότητα δίχως να ματώνει, δίχως τον διχασμό και την παραφροσύνη ενός μηχανοποιημένου κόσμου [όπως θα 'λεγε ο Adorno].
          Ο γκουρού του cyberpunk Γουίλιαμ Γκίπσον χαιρετά την πρώτη κυβερνοπάνκ ταινία, ο Κλάι Μπάρκερ επαινεί τις σεξουαλικές ακρότητες του φιλμ, ο σκηνοθέτης Ντάρον Αρονόφσκυ αντιγράφει σχεδόν τον Τσουκαμότο με το ¨π¨ και ο Κουέντιν Ταραντίνο πεθαίνει για το αμερικάνικο remake.
Ένας νέος θρύλος και μαζί ένα νέο κινηματογραφικό είδος έχουν γεννηθεί, κι ένας σκηνοθέτης, άνθρωπος – ορχήστρα έρχεται για να μείνει.

          Ο Tsukamoto γεννήθηκε στο Shibuya του Τόκιο το 1960. Από τα 14 του άρχισε να γυρίζει ταινίες μικρού μήκους σε 8mm. Ενώ σπούδαζε ζωγραφική στο πανεπιστήμιο Nihon έφτιαξε τον πρώτο του θεατρικό θίασο όπου έγραφε, σκηνοθετούσε και έπαιζε στα έργα που ανέβαζε. Το '86 αφοσιώθηκε στο θεατρικό του θίασο που τον ονόμασε Kaijyu Theather ("Θέατρο Θαλάσσιων Τεράτων") ανεβάζοντας 3 έργα. Παράλληλα γύριζε πειραματικά φιλμ μικρού μήκους σε 8mm, όπως το The Phantom Of The Regular Size . Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε το 1988 με το Tetsuo που προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ και τιμήθηκε με το μεγάλο βραβείο στο Fantastic Film Festival της Ρώμης.  Στις περισσότερες ταινίες του παίζει ο ίδιος. Τα φιλμ του Tsukamoto χρησιμοποιούν φετιχιστικά την τεχνολογία σε μια αλγεινή, βίαιη, σκληρή, ωμή και απειλητική μανιέρα η οποία είναι από άκρη σε άκρη εμποτισμένη με κυνισμό. Άλλες ταινίες του Τsukamoto: Tetsuo  II, Bullet Ballet,  Tokyo Fist, A Snake of June.

Παρασκευή, 21 Μαΐου 2010

ΠΕΜΠΤΗ 27/5

Η κινηματογραφική λέσχη ιονίου πανεπιστημίου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον ιαπωνικό κιν/φο.



Πέμπτη 6/5: Woman in the Dunes (1964), του Hiroshi Teshigahara

Πέμπτη 13/5: Ugetsu Monogatari (1953), του Kenzi Mizoguchi

Πέμπτη 20/5: Silent Duel (1949), του Akira Kurosawa

Πέμπτη 27/5: Diary of a Shinjuku Thief (1969), του Nagisha Osima

Πέμπτη 3/6: Tetsuo (1989), του Shinya Tsukamoto



Το αφιέρωμα αποσκοπεί στην παρουσίαση διαφορετικών στάσεων και αντιλήψεων που έχουν διαμορφώσει το κινηματογραφικό πεδίο της Ιαπωνίας. Κάθε ένας από τους διαφορετικούς σκηνοθέτες που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα έχει χτίσει μια προσωπική
προσέγγιση τόσο στην οπτική του μέσου, αλλά και στη ζωή, η οποία αντανακλάται στην εκάστοτε ταινία.


Ο Ναγκίσα Οσίμα έχει καθιερωθεί ως "απαγορευμένος" σκηνοθέτης εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων, αλλά κυρίως για το έντονο ερωτικό στοιχείο, το οποίο προσεγγίζει με μια μοναδική αμεσότητα. Θέματα που τον έχουν απασχολήσει επανηλημένα στις  ταινίες του είναι τα ήθη και η εγκληματικότητα, με έμφαση στα σεξουαλικά ήθη. Επιχειρεί να εξαλήψει τα όρια μεταξύ πορνογραφίας και κινηματογράφου. Σύμφωνα με τον ίδιο "η αισχρότητα και η ανηθικότητα δεν υπάρχει σε ό,τι δείχνεται. Όταν αισθάνεσαι πως σου παρουσιάστηκε, δείχτηκε αυτό που επιθυμούσες να δεις, η αισχρότητα εκπίπτει, καταστρέφεται εκ των πραγμάτων μαζί με τα ταμπού και μια διαδικασία απελευθέρωσης γεννιέται" (Θόδωρος Σούμας. Κινηματογράφος και σεξουαλικότητα/ ερωτισμός). Κατά τα άλλα...
        Ο Όσιμα γεννήθηκε στις 31 Μαρτίου 1932. Σπούδασε Νομικά και αργότερα εργάστηκε στα Ofuna Studios ως βοηθός σκηνοθέτη. Το 1959, έχοντας ήδη γυρίσει αρκετές ταινίες μικρού μήκους, ολοκλήρωσε το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ με τίτλο Α Town of Love and Hope. Η βιαιότητα της τελευταίας σκηνής προκάλεσε σκάνδαλο και η ταινία προβλήθηκε μόνο σε συνοικιακές αίθουσες. Το 1960 ο Όσιμα σκηνοθετεί το Naked Youth, ρίχνοντας φως στην παρακμή της σύγχρονης κοινωνίας. Η ταινία The Sun’s Burial γίνεται το έμβλημα του Γιαπωνέζικου ‘Νέου Κύματος’, ενώ στο Night and Fog in Japan καταγράφει τη ταραγμένη περίοδο της Ιαπωνίας. Και η προβολή της απαγορεύεται μετά από τέσσερις ημέρες, λόγω της δολοφονίας του αρχηγού του σοσιαλιστικού κινήματος.  Ο Όσιμα εγκαταλείπει το Σοσίκου και με την ηθοποιό και σύζυγό του, Ακίκο Κογιάμα, ιδρύει την εταιρεία παραγωγής Sozosha, που σημαίνει «δημιουργία». Στη συνέχεια γυρίζει την πρώτη του ιστορική ταινία (The Revolutionary) και μία σειρά από τηλεοπτικά ντοκυμαντέρ. Το 1965 επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη (The Pleasures of the Flesh, Death by Hanging, Η Τελετή). To 1976 η Αυτοκρατορία των Αισθήσεων, η πιο προκλητική ερωτική ταινία του σκηνοθέτη, αφού αντιμετώπισε προβλήματα με τις λογοκρισίες διάφορων χωρών, διχάζει τους κριτικούς και ενθουσιάζει το ευρωπαϊκό κοινό. Δύο χρόνια αργότερα, η Αυτοκρατορία του Πάθους χαρίζει στον Όσιμα το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών.


ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΚΛΕΦΤΗ/ Diary of a Shinjuku Thief (1969), του Ναγκίσα Οσίμα

Η ταινία είναι μια από τις έξι που προηγήθηκαν της "Αυτοκρατορίας των αισθήσεων" και στις οποίες ο Οσίμα μελετάει τη σεξουαλικότητα.
Επικεντρώνεται γύρω από τον Birdie, ένα νεαρό κλέφτη βιβλίων, τον οποίο πιάνει μια γυναίκα, η Umeko. Στην πορεία η σχέση τους αποκτά ερωτικές διαστάσεις και τελικά αρχίζουν να κλέβουν βιβλία μαζί. Η ταινία που ξεκινάει ως ασπρόμαυρη, μετατρέπεται σε μια πανδαισία χρώματος, μουσικής, σεξ και σουρεαλισμού.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

ΠΕΜΠΤΗ 20/5

Η κινηματογραφική λέσχη ιονίου πανεπιστημίου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον ιαπωνικό κιν/φο.

Λόγω μη διαθεσιμότητας της προγραματισμένης ταινίας για αυτή τη βδομάδα (Rashomon), θα γίνει η προβολή της ταινίας Σιωπηλή Μονομαχία επίσης του Akira Kurosawa .




Πέμπτη 6/5: Woman in the Dunes (1964), του Hiroshi Teshigahara

Πέμπτη 13/5: Ugetsu Monogatari (1953), του Kenzi Mizoguchi

Πέμπτη 20/5: Silent Duel (1949), του Akira Kurosawa

Πέμπτη 27/5: Diary of a Shinjuku Thief (1969), του Nagisha Osima

Πέμπτη 3/6: Tetsuo (1989), του Shinya Tsukamoto


Το αφιέρωμα αποσκοπεί στην παρουσίαση διαφορετικών στάσεων και αντιλήψεων που έχουν διαμορφώσει το κινηματογραφικό πεδίο της Ιαπωνίας. Κάθε ένας από τους διαφορετικούς σκηνοθέτες που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα έχει χτίσει μια προσωπική
προσέγγιση τόσο στην οπτική του μέσου, αλλά και στη ζωή, η οποία αντανακλάται στην εκάστοτε ταινία.


Ο Ακίρα Κουροσάβα είναι αναμφίβολα ο γνωστότερος στην Δύση Ιάπωνας σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στις 23 Μαρτίου του 1910, στο Ομόρι, κοντά στο Τόκιο της Ιαπωνίας. Μπήκε στο χώρο της τέχνης, θέλοντας αρχικά να ασχοληθεί με τη ζωγραφική. Γράφτηκε σε μία σχολή καλών τεχνών στην οποία μελέτησε κυρίως δυτικές τεχνοτροπίες. Σύντομα εντάχθηκε σε μία καλλιτεχνική ομάδα και μελέτησε σε βάθος τη Ρωσική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Την αγάπη του για τον κινηματογράφο σημάδεψε η αυτοκτονία ενός από τους έξι αδελφούς του που λάτρευε το σινεμά και δούλευε ως αφηγητής σε βωβές ταινίες. Η σχέση του ίδιου του Κουροσάβα με τον κινηματογράφο ξεκίνησε το 1930 στο πλευρό του σκηνοθέτη, Κατζίρο Γιαμαμότο που υπήρξε μεγάλος δάσκαλος για το νεαρό Ακίρα Κουροσάβα, παρά τη δύσκολη για τον ιαπωνικό κινηματογράφο εποχή. Μία εποχή συντηρητική κατά την οποία ο Γιαμαμότο εκτελούσε, κυρίως, ταινίες – παραγγελίες για το στρατιωτικό καθεστώς.
Ο Κουροσάβα μελέτησε σε βάθος στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, τα ενσωμάτωσε στην ιαπωνική κουλτούρα, το έκανε όμως με τρόπο αριστοτεχνικό, καταφέρνοντας να δημιουργήσει το δικό του μοναδικό στιλ κινηματογράφησης και στη συνέχεια να επηρεάσει ο ίδιος τον δυτικό κινηματογράφο. Ο ίδιος δεν δίστασε να αξιοποιήσει έργα των μεγάλων δυτικών κλασικών Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Μαξίμ Γκόρκι και Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι μεταφέροντάς τα στη φεουδαρχική Ιαπωνία, ενώ και οι δημιουργοί της Δύσης δεν δίστασαν να «πατήσουν» στις δικές του ταινίες προκειμένου να δημιουργήσουν μεγάλες ταινίες.


 ΣΙΩΠΗΛΗ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ (SILENT DUEL), του  Akira Kurosawa

Υπόθεση: Ο Κιότζι, ένας αναγνωρισμένος χειρουργός, κατά την διάρκεια μιας επέμβασης σε έναν τραυματισμένο στρατιώτη, θα μολυνθεί από τη σύφιλη. Αυτό θα τον οδηγήσει σε μία σειρά δύσκολων αποφάσεων... Βρισκόμαστε στα 1949 και οι πικρές μνήμες από τις πληγές στον εγωισμό και την περηφάνια της χώρας του ανατέλλοντος ήλιου, λόγω της ήττας από τους συμμάχους, είναι τόσο έντονες, που έχουν δημιουργήσει κλοιό δυσπιστίας στην αυτοπεποίθηση των ιαπώνων. Σε στιγμές που άπαντες αναρωτιούνται για το πόσο ο πόλεμος έχει ανατρέψει τις ζωές τους, ο Κουροσάβα, πάντοτε κυνικός δίνει τις δικές του απαντήσεις, άμεσα και δίχως υπεκφυγές. Η κινηματογραφική εκδοχή, ενός σύγχρονου (και διάσημου στην πατρίδα του) θεατρικού έργου.

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

ΠΕΜΠΤΗ 13/5

Η κινηματογραφική λέσχη ιονίου πανεπιστημίου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον ιαπωνικό κιν/φο.


Πέμπτη 6/5: Woman in the Dunes (1964), του Hiroshi Teshigahara

Πέμπτη 13/5: Ugetsu Monogatari (1953), του Kenzi Mizoguchi

Πέμπτη 20/5: Rashomon (1950), του Akira Kurosawa

Πέμπτη 27/5: Diary of a Shinjuku Thief (1969), του Nagisha Osima

Πέμπτη 3/6: Tetsuo (1989), του Shinya Tsukamoto


Το αφιέρωμα αποσκοπεί στην παρουσίαση διαφορετικών στάσεων και αντιλήψεων που έχουν διαμορφώσει το κινηματογραφικό πεδίο της Ιαπωνίας. Κάθε ένας από τους διαφορετικούς σκηνοθέτες που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα έχει χτίσει μια προσωπική
προσέγγιση τόσο στην οπτική του μέσου, αλλά και στη ζωή, η οποία αντανακλάται στην εκάστοτε ταινία.


Ο Kenji Mizoguchi  αποτελεί τη γέφυρα της παράδοσης με τη σύγχρονή του Ιαπωνία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε με τις γκέισες, μπολιάστηκε με το παραδοσιακό ιαπωνικό θέατρο και σημαδεύτηκε από την εξέλιξη του θεάτρου στη χώρα του, όταν αυτό πήγε στις μοντέρνες φόρμες της θεατρικής τέχνης.
Ο Μιζογκούτσι είναι ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς του κλασικού ιαπωνικού κιν/φου, και την ίδια στιγμή κάτι σαν γεννήτορας του μοντέρνου σινεμά της πατρίδας του και ο πιο επιδραστικός των σκηνοθετών της χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου εντός και εκτός των συνόρων της. Δάσκαλος για δεκάδες δημιουργούς, από τον Κουροσάβα μέχρι τη νέα γενιά του σήμερα και διαμορφωτής μιας κινηματογραφικής γλώσσας που παραμένει ζωντανή.
Οι πρώτες του δουλειές ήταν αναμφίβολα διερευνητικές, μεταφορές μυθιστορημάτων, διασκευές θεατρικών έργων και ριμέικ ταινιών του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Η δική του ταυτότητα, η αποκάλυψη της δικής του σκηνοθετικής σφραγίδας ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’30, όταν ο Μιζογκούτσι άρχισε να εξερευνά θεματικές που τον απασχολούσαν και να εξερευνά το κοινωνικό πρόσωπο της τέχνης του σινεμά. Οι ταινίες του δίχως να στοχεύουν στον εύκολο συναισθηματισμό κατορθώνουν να γεννούν πλήθος συναισθημάτων και να εμπλέκουν απόλυτα τον θεατή.


UGETSU MONOGATARI (1953), του Kenji Mizoguchi

Υπόθεση: Η ιστορία τοποθετείται στην αγροτική Ιαπωνία του 16ου αιώνα, εκτυλίσσεται σαν ένας μύθος περί ηθικής και καταλήγει σε ένα στοχασμό γύρω από τον άνθρωπο και την ατέρμονη ροή του χρόνου. Ο πόλεμος, που σπαράσσει την κατακερματισμένη σε αντιμαχόμενα φέουδα χώρα, διαταράσσει την οικογενειακή αρμονία δύο ανδρών. Ο Γκενζούρο, ένας φτωχός αγγειοπλάστης, κυριεύεται από την επιθυμία του εύκολου πλούτου. Ανεβάζει δραματικά τον ρυθμό της παραγωγής και στη συνέχεια αποφασίζει να εγκαταλείψει το χωριό και να πάει στην πόλη. Ο γαμπρός του, ο πονηρός και επιπόλαιος Τομπέι, ονειρεύεται να γίνει ξακουστός σαμουράι. Οι δυο άνδρες ξεκινούν για την πόλη μαζί με τις γυναίκες, τις οποίες όμως αφήνουν στα μισά της διαδρομής, φοβούμενοι τις συμμορίες που λυμαίνονται τα δύσκολα περάσματα λιμνών και δρόμων. Στη συνέχεια, ο Γκενζούρο γοητεύεται από μια πριγκίπισσα και ο Τομπέι κερδίζει τον τίτλο και τις τιμές του σαμουράι όταν παρουσιάζει ως δικό του άθλο τον αποκεφαλισμό ενός στρατηγού. Κάπου εδώ αρχίζει το ταξίδι της επιστροφής που αποκαλύπτει τη χίμαιρα και λειτουργεί αναγεννητικά και για τους δύο.
Οι ασπρόμαυρες εικόνες του Κέντζι Μιζογκούτσι παρασύρουν τον θεατή σε έναν ονειρικό κόσμο, γοητευτικό και παράξενο, όπου τα πάντα έχουν δύο όψεις.

Πέμπτη, 6 Μαΐου 2010

ΕΝΑ ΣΥΝΤΟΜΟ ΣΧΟΛΙΟ...

                                                                                                                                     
Καλώς ορίσατε στην 1η μας προβολή μετά την Ανάσταση. Αισθανόμαστε επιεικώς άσχημα που προβάλουμε υπό αυτές τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και πόσο μάλλον μετά τα χθεσινά γεγονότα. Ελπίζουμε το, μάλλον, ατυχές αυτό συμβάν να λειτουργήσει ως επιτακτική ανάγκη συσπείρωσης, αφήνοντας πίσω το ατομικό βραχυπρόθεσμο συμφέρον, ώστε να διατηρήσουμε την δυνατότητα να ζούμε αυτόνομα, με σκοπούς και στόχους πιο κοντά στην ουσία και όχι με εξάρσεις επεισοδιακού χαρακτήρα ή παραμένοντας απαθείς (νεκροί).
Καλή θέαση λοιπόν, και είθε να μην μείνουμε εγκλωβισμένοι στον λάκκο που μας διαμόρφωσαν οι τράπεζες και η εικονική / φαντασιακή πραγματικότητα του χρήματος. Αν δεν αντέχουμε ελεύθεροι, ας βρούμε τουλάχιστον έναν ομορφότερο λάκκο.

                                Κινηματογραφική Λέσχη Ιονίου Πανεπιστημίου




                       ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ

Οι αγγελιοφόροι της νύχτας μιλούν για τον άνθρωπο με λόγια πικρά,
μιλούν για πράξεις αψυχολόγητες, παράλογες κι αφύσικες,
για δηλητηριασμένες ψυχές γεμάτες τραύματα και βαθιές πληγές,
μιλούν για τον φόβο της συνείδησης, τον φόβο της ευθύνης,
για δειλία, προδοσία και για κατάχρηση εξουσίας.
Και ειν' απόψε τα λόγια τους πικρά.
Ίσως γιατί κανένας δεν θέλει να τ' ακούσει.
Τρέχουν όλοι και κρύβονται σαν τα μικρά παιδιά,
με το δάχτυλο κανέναν δεν θέλουν να τους δείξει.
Άκουσε, άκουσε το μήνυμα της ήττας όταν λες:
Εμπρός να κάψουμε τον εμπρηστή.
Εμπρός να βιάσουμε τον βιαστή.
Εμπρός να κρεμάσουμε τον δήμιο.
Εμπρός να σκοτώσουμε τον φονιά.
Εμπρός να κλέψουμε τον κλέφτη.
Εμπρός να εξυγιανθεί η κοινωνία.
Το μήνυμα της ήττας το φωνάζουν
αυτοί που νοιώθουν νικητές.
Το μήνυμα της ήττας το φωνάζουν
αυτοί που νοιώθουνε κατακτητές.
Το μήνυμα της ήττας το φωνάζουν
της πάσης φύσης εξουσίας οι εραστές.
Το μήνυμα της ήττας το φωνάζουν
αυτοί που ποτέ τους δεν σκέφτηκαν "γιατί".

                                                Γενιά του Χάους

Τρίτη, 4 Μαΐου 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΙΑΠΩΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ 6/5-3/6

Η κινηματογραφική λέσχη ιονίου πανεπιστημίου παρουσιάζει ένα αφιέρωμα στον ιαπωνικό κιν/φο.


Πέμπτη 6/5: Woman in the Dunes (1964), του Hiroshi Teshigahara

Πέμπτη 13/5: Ugetsu Monogatari (1953), του Kenzi Mizoguchi

Πέμπτη 20/5: Rashomon (1950), του Akira Kurosawa

Πέμπτη 27/5: Diary of a Shinjuku Thief (1969), του Nagisha Osima

Πέμπτη 3/6: Tetsuo (1989), του Shinya Tsukamoto


Το αφιέρωμα αποσκοπεί στην παρουσίαση διαφορετικών στάσεων και αντιλήψεων που έχουν διαμορφώσει το κινηματογραφικό πεδίο της Ιαπωνίας. Κάθε ένας από τους διαφορετικούς σκηνοθέτες που παρουσιάζονται στο αφιέρωμα έχει χτίσει μια προσωπική
προσέγγιση τόσο στην οπτική του μέσου, αλλά και στη ζωή, η οποία αντανακλάται στην εκάστοτε ταινία.


Ο Hiroshi Teshigahara ξεκίνησε να ασχολείται με τον κινηματογράφο τη δεκαετία του 50', ενώ τα σημαντικότερα έργα του δημιουργήθηκαν τη δεκαετία του 60'. Είχε σπουδάσει ζωγραφική, γεγονός που συμβάλει στην αξιοσημείωτη εικαστική μορφή των ταινιών του. Σημαντική είναι η επιρροή στο έργο του από σουρεαλιστές όπως ο Salvador Dali και ο Luis Bunuel. Εμπνεόμενος επίσης από την παράδοση του κλασικού ιαπωνικού κινηματογράφου πατάει πάνω στα επιτεύγματα των προγενέστερών του, τα οποία συνδιάζει με ένα δυτικό πειραματισμό. Προσπαθεί να αναδομήσει τα όρια του μέσου κινούμενος στα πλαίσια του avant garde κινηματογράφου. Η έντονα πειραματική του διάθεση, στοχεύοντας τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο των ταινιών του, οδηγεί σε μια εξερεύνηση της ουσίας του κινηματογράφου.

παντελής



WOMAN IN THE DUNES/ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΑΜΜΟΛΟΦΟΥΣ
του Χιρόσι Τεσιγκαχάρα

Υπόθεση: Μια από τις μεγάλες στιγμές της κινηματογραφικής δημιουργίας στην δεκαετία του '60, κι η μεγάλη αποκάλυψη στην Δύση της σουρεαλιστικής, ιδιοσυγκρασιακής θεώρησης του κόσμου από τον Χιρόσι Τεσιγκαχάρα. Ένας ερασιτέχνης εντομολόγος αφήνει το Τόκιο για να μελετήσει ένα αταξινόμητο είδος σκαθαριού που ζει σε μια μακρινή, αχανή έρημο. Όταν χάνει το λεωφορείο για να επιστρέψει στον πολιτισμό, πείθεται να περάσει τη νύχτα στο σπίτι μιας νεαρής χήρας που ζει σε μια καλύβα στον πυθμένα ενός αμμόλοφου. Το αποτέλεσμα είναι μια από τις πιο πυρετώδεις όσο και αισθαντικές απεικονίσεις της μάχης των φύλων στην ιστορία του σινεμά, και συνάμα, και μια εφιαλτική παραβολή του καθημερινού Σισύφειου αγώνα για ζωή.
πηγή: http://www.myfilm.gr/article2757.html